Καλωσορίσατε...

Είμαι ο Γιάννης Μάζης. Από το 1983 μέχρι το Φεβρουάριο του 2010 υπήρξα Καθηγητής της Οικονομικής Γεωγραφίας-Γεωπολιτικής  στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Ξ.Γ.Μ.Δ..

Από το Φεβρουάριο του 2010 μετεκλήθην ως Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας στο  Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών όπου υπηρετώ πλέον ως μόνιμος Καθηγητής και διδάσκω τα Μαθήματα της Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής thw Mέσης Ανατολής και της Τουρκίας Ι & ΙΙ,   όπως και των Γενικών Αρχών της Μεθοδολογίας της Έρευνας (http://eclass.uoa.gr/modules/auth/opencourses.php?fc=1036).

Στο πλαίσιο των ερευνητικών αρμοδιοτήτων μου προσπαθώ να συμβάλλω στο διεθνή θεωρητικό διάλογο για τη Σύγχρονη Γεωπολιτική, τη σαφή διάκρισή της από τη Γεωστρατηγική και τις νέες μορφές της. Ως Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου Ίδρυσα το 2002, και διηύθυνα μέχρι  το  Φεβρουάριο του 2010, οπότε  και μετεκλήθην από το Πανεπιστήμιο Αθηνών ως Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας, το Εργαστήριο Γεωπολιτισμικών Αναλύσεων (Geolab) του Ιονίου Πανεπιστημίου (ΤΞΓΜΔ) (ΦΕΚ Τεύχ. Α΄, Αρ. Φύλλου 5, 18/01/2002, Π.Δ. αρ. 9).

Συμφώνως προς το άρθρο 1o του ιδρυτικού Προεδρικού Διατάγματος αρ. 9: , "... το Εργαστήριο Γεω-Πολιτισμικών Αναλύσεων εξυπηρετεί εκπαιδευτικές και ερευνητικές ανάγκες στο αντικείμενο των Διεθνών Σχέσεων, της Οικονομικής Γεωγραφίας, της Γεωπολιτικής, της Πολιτικής Επιστήμης, του Συγκριτικού Δικαίου, της Διπλωματικής Ιστορίας, των Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, των Ευρωπαϊκών Θεσμικών Οργάνων, των Διαπολιτισμικών Σπουδών και των Ξένων Γλωσσών, Χωρών και Πολιτισμών."

Συμφώνως προς το άρθρο 2o  του ιδρυτικού Προεδρικού Διατάγματος "...  Το εργαστήριο έχει ως αποστολή: 1. Την κάλυψη σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο των διδακτικών και ερευνητικών αναγκών του Τμήματος [...] καθώς και άλλων Τμημάτων του Ιδρύματος σε θέματα που εμπίπτουν στα αντικείμενα δραστηριότητας του εργαστηρίου όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του παρόντος καθώς και σε θέματα που εμπίπτουν στο χώρο των επαγγελματικών και επιστημονικών προσανατολισμών του Τμήματος καθώς και τέλος την ανάπτυξη προγραμμάτων διδασκαλίας και διεξαγωγής βασικής ή εφαρμοσμένης έρευνας σε συναφή με το γνωστικό της αντικείμενο θέματα. 2. Τη συνεργασία κάθε μορφής με κέντρα ερευνών και ακαδημαϊκά ιδρύματα ημεδαπής και αλλοδαπής, εφόσον οι επιστημονικοί στόχοι, συμπίπτουν, συμβαδίζουν και αλληλοσυμπληρώνονται με εκείνους του εργαστηρίου. 3. Τη διοργάνωση επιστημονικών διαλέξεων, ημερίδων, σεμιναρίων, συμποσίων, συνεδρίων καιάλλων επιστημονικών εκδηλώσεων, την πραγματοποίηση δημοσιεύσεων και εκδόσεων και την πρόσκληση Ελλήνων και ξένων αναγνωρισμένων επιστημόνων. 4. Την παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες κατά τα προβλεπόμενα στο Π.Δ. 159/1984 «Προϋποθέσειςπαροχής υπηρεσιών από τα πανεπιστημιακά εργαστήρια σε ιδιώτες και κάθε μορφής οργανισμούς»(Α’ 53).

A' ΜΕΡΟΣ: Ορισμοί της Γεωπολιτικής και λίγα λόγια γι αυτήν ( για... βιαστικούς!)

Ορισμοί της Γεωπολιτικής.

1) Συμφώνως προς τον πατέρα της Γεωπολιτικής, τον γερμανό γεωγράφο
Friedrich Ratzel (1844-1904)  η γεωπολιτική είναι:

«Η Γεωγραφία στην Υπηρεσία της Πολιτικής του Κράτους».

Αυτήν την έννοια έδωσε στον όρο «Πολιτική Γεωγραφία» ο Ratzel με το έργο του Politische Geographie (πλήρης τίτλος: Πολιτική Γεωγραφία ή Γεωγραφία των Κρατών, του Εμπορίου και των Πολέμων) .

2) Ο επίσης γερμανός γεωγράφος, και επιστημονικά επηρεασμένος από τον Ratzel, ο Καθηγητής του Πολυτεχνείου του Μονάχου, Karl Haushoffer (1869-1946), έγραφε το 1920 ότι:  

«Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο»

 

Mazis

Βέβαια, από τις πρώτες κι όλας δύο γραμμές, αυτές με την πλαγιογράφηση, αντιλαμβανόμαστε ότι ο γερμανός Καθηγητής της Γεωγραφίας συνδέει, αντί να διαχωρίζει την έννοια της Γεωπολιτικής με τη Γεωστρατηγική. Κάτι που για την εποχή του αλλά και για τις απαρχές της διαδικασίας αυτογνωσίας της επιστημονικής αυτής μεθόδου είναι απολύτως φυσιολογικό. Σήμερα όμως, εδώ εντοπίζεται και το μεγάλο ζήτημα μεταξύ των επιστημόνων άλλων κλάδων αλλά και κάποιων αγγλοσαξώνων γεωγράφων ή [αποκλειστικά] αγγλοφώνων πολιτικών επιστημόνων της ημεδαπής ή/και της αλλοδαπής, οι οποίοι μη έχοντες μελετήσει την ιστορία των γεωπολιτικών αντιλήψεων (πρωτίστως διότι δεν γνωρίζουν γερμανικά, αλλά ούτε και γαλλικά…) ασκούν κριτική στη Γεωστρατηγική -και μάλιστα την εθνικιστικών αντιλήψεων Γεωστρατηγική- νομίζοντας ότι ασκούν κριτική στη Γεωπολιτική!  Κλασικό παράδειγμα είναι ο Geròid Thuathail (Critical Geopolitics) για το έργο του οποίου έχω προτείνει ήδη την απαρχή ενός διαλόγου  προς τους εν Ελλάδι σεβαστούς συναδέλφους συναντιλήπτορές του.

3) Ο Saul Cohen (Geography and Politics in a World Divided, 1963) έγραφε ότι:


«Η πεμπτουσία της Γεωπολιτικής είναι η μελέτη της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της διεθνούς πολιτικής της ισχύος και των αντιστοίχων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, κυρίως δε αυτών των γεωγραφικών χαρακτηριστικών επί των οποίων αναπτύσσονται οι πηγές της ισχύος».

4) Για τον Robert Harkavy:


«Η Γεωπολιτική είναι η χαρτογραφική [Σ.Σ.: άρα και γεωγραφική] αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ των κυρίων αντιτιθεμένων δυνάμεων».

5) Συμφώνως προς τον Michel Foucher Καθηγητή Γεωγραφίας Γεωπολιτικής της École Normale Superieure (E.N.S):

«Η Γεωπολιτική είναι μια συνολική μέθοδος γεωγραφικής αναλύσεως συγκεκριμένων κοινωνικο-πολιτικών καταστάσεων αντιμετωπιζομένων στο γεωγραφικό τους πλαίσιο συνδυαζόμενη με τις συνήθεις βιοθεωρήσεις [Σ.Σ.: τις μεταφυσικές, όπως θάλεγα εγώ] που τις χαρακτηρίζουν» .

6) Συμφώνως προς τον Ladis Kristof:

«Ο σύγχρονος θεωρητικός της Γεωπολιτικής δεν επισκοπεί το γεωγραφικό χάρτη της Γης για να διακρίνει τι μας υπαγορεύει η φύση να κάνουμε, αλλά τι μας συμβουλεύει η φύση να κάνουμε με δεδομένες τις προτιμήσεις μας»  .

Εδώ, στον ορισμό αυτόν παρατηρούμε την πάγια προσέγγιση των εμπειριστών-ρεαλιστών αγγλοσαξώνων επιστημόνων  να συνδέουν τη γεωπολιτική ανάλυση («τι μας συμβουλεύει η Φύση να κάνουμε») με την γεωστρατηγική («με δεδομένες τις προτιμήσεις μας»). Πρόκειται για κλασικό μεθοδολογικό σφάλμα για τα μέτρα της Σύγχρονης Συστημικής Γεωπολιτικής Ανάλυσης, το οποίο παρασύρει και σε λανθασμένη κριτική την, λεγομένη, «κριτική» σχολή της Γεωπολιτικής. Το μόνιμο λάθος της λεγόμενης Κριτικής Σχολής (Geròid Thuathail) είναι να συγχέει την Γεωπολιτική ανάλυση η οποία σταματά στη δημιουργία προβλεπτικού Υποδείγματος συμφώνως προς τα αυστηρώς ποσοτικά και ποσοτικοποιήσιμα δεδομένα των γεωπολιτικών πυλώνων (Αμυντικού, Οικονομικού, Πολιτικού και Πολιτισμικού/Πληροφορίας) με τις επιθυμίες εκπληρώσεων γεωστρατηγικών στόχων των εθνο-κρατικών και εθνικο-κρατικών Κοινωνικών Σχηματισμών. Δυστυχώς, η Αγγλοσαξωνική Σχολή, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (S. B. Kohen) δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει τις δύο αυτές, επιστημολογικώς διαφορετικές μεταξύ τους, οντότητες, λόγω μη επαφής με την γεωγραφική επιστημονική πραγματικότητα. Το μείγμα Γεωπολιτικής-Γεωστρατηγικής που χρησιμοποιούσε η κλασική Αγγλοσαξωνική πολιτική Γεωγραφία, η οποία λειτουργούσε, συνειδητά όμως, και στα δύο πλαίσια ταυτοχρόνως, δεν αναγνώσθηκε σωστά από τους εκπροσώπους της Κριτικής Σχολής. Δεν έγινε κατανοητό ότι οι κλασικοί Αγγλοσάξωνες Γεωπολιτικοί/γεωστρατηγιστές εργάζονταν σε δύο φάσεις: Πραγματοποιούσαν την Γεωπολιτική Ανάλυση του Γεωπολιτικού/γεωγραφικού συμπλόκου που τους απασχολούσε και κατόπιν προχωρούσαν στη φάση του γεωστρατηγικού σχεδιασμού. Αυτό, ως αποτέλεσμα εμφανίζονταν σε ένα και ενιαίο κείμενο, λόγω των ιστορικών αναγκαιοτήτων στις οποίες υπάκουαν οι χώρες τους (Μ. Βρετανία, Γερμανία). Η επιστημολογική αυτή πραγματικότητα, για τους εκπροσώπους της Κριτικής Σχολής δεν έχει γίνει, μέχρι σήμερα κατανοητή! Και δυστυχώς, ελάχιστα διδάσκεται εν γένει, και από τους νεοθετικιστές αλλά και από τους μεταθετικιστές, στο πλαίσιο του ακαδημαϊκού γνωστικού αντικειμένου της 'Μεθοδολογίας της Έρευνας" με πολύ οδυνηρά, επιστημολογικώς κρινόμενα, αποτελέσματα για τον τομέα μελέτης του διεθνούς γίγνεσθαι.

7) O Harold και η Margaret Sprout επισήμαιναν ότι:
« Η διεθνής πολιτική παρουσιάζει σε όλες τις περιόδους, περισσότερο ή λιγότερο διακρινόμενα πρότυπα καταναγκασμού και υποταγής, επιρροής και συμμόρφωσης, πρότυπα που έχουν την αντανάκλασή τους σε πολιτικούς όρους με έντονη τη συναίσθηση του Γεωγραφικού Χώρου» .

8) Συμφώνως προς τον Colin Gray:

«Η δύναμη της γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας βρίσκεται στο ότι τοποθετεί την τοπική δράση ή την αλληλεπίδραση σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο […] εκείνοι οι οποίοι θέλουν να κατανοήσουν τις γεωπολιτικές διστάσεις της διεθνούς ασφάλειας πρέπει να αφομοιώσουν τις ουσιώδεις έννοιες της γεωπολιτικής» .

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, εκτιμώ ότι εδραιώνεται διεπιστημονικά και διαχρονικά ο αδιάρρηκτος δεσμός της Γεωγραφίας και της Γεωπολιτικής αλλά και καθίσταται σαφές ότι ο όρος Γεωπολιτική διήλθε από πολλές φάσης ερμηνείας και προσέγγισής του, με κοινό παρονομαστή μια θεμελιώδη σύγχυση: αυτήν της Γεωπολιτικής Ανάλυσης μ' εκείνην της Γεωστρατηγικής Πράξης.


Η δική μου πρόταση ορισμού της Γεωπολιτικής (Μάζης, 1996).

Μια πρόταση ορισμού που θα τολμούσα στο σημείο αυτό να καταθέσω, θέλοντας να συμπεριλάβω και τα κοινωνικο-πολιτικά μεγέθη της παρούσας συγκυρίας αλλά και να προσπαθήσω να διαχωρίσω την Ανάλυση από τη Γεωστρατηγική εφαρμογή, είναι και η εξής:

«Γεωπολιτική ανάλυση ενός γεωγραφικού συστήματος ανισορρόπου κατανομής ισχύος καλείται η γεωγραφική εκείνη μέθοδος η οποία μελετά, περιγράφει και προβλέπει τις συμπεριφορές και τις επιπτώσεις των σχέσεων των αντιτιθεμένων και διακριτών διεθνών δράσεων ανακατανομής ισχύος και των ιδεολογικών μεταφυσικών που τις καλύπτουν, στο πλαίσιο των γεωγραφικών συμπλόκων που οι δράσεις αυτές εντοπίζονται και λειτουργούν».


Σκέψεις για τη Γεωπολιτική και την Γεωστρατηγική.

Συμφώνως προς τον ανωτέρω ορισμό, προτείνω στους σημερινούς αναλυτές των διεθνών γεγονότων την Σύγχρονη Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση. Η Γεωγραφία είναι η μητρική επιστήμη (το Γένος) και η Οικονομική Γεωγραφία το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο (το Είδος) από όπου εκπηγάζει η Γεωγραφική αυτή αναλυτική μέθοδος γνωστή ως «Γεωπολιτική».
Μέθοδος, για την προσέγγιση της οποίας προτείνω ενδεικτικό υπόδειγμα γεωγραφικής μεθοδολογίας, και είναι –εν πολλοίς- απεξαρτημένη από ιδεολογικές προσηλώσεις και ποικίλες «αφηγήσεις» που δεν επιτρέπουν στην Ανάλυση να προσεγγίσει με νηφάλιο πνεύμα τα διεθνή γεγονότα και τα ερμηνεύσει.

Το ζήτημα της «Ανάλυσης» είναι το σημαντικότερο γιατί απαιτεί συγκεκριμένο και στιβαρό μεθοδολογικό εργαλείο (π.χ. Μαθηματικό, νομικό, ιστορικό ή προσεκτικό συνδυασμό των ανωτέρω χωρίς πολλυσυλεκτισμούς) και όχι «πολιτική θεολογία». Είμασε όμως υποχρεωμένοι να κάνουμε μια παραδοχή στον τομέα της μεθοδολογίας: οι Κοινωνικές, λεγόμενες, Επιστήμες δεν μπορούν ποτέ να απαλλαγούν πλήρως και οριστικά από την «υποκειμενική θέαση», την «ιδεολογικοποιημένη θέαση». Αυτήν που ξεπετιέται απρόσμενα από κάποια «στροφή» του στοχασμού μας για να μας εγκλωβίσει στην εκνευριστικά επίμονη «αντινομία του Καντόρ». Ας είναι. Άλλωστε πάνω σ’ αυτή τους την αδυναμία βασίζεται και η γοητεία τους, αλλά και το σύνολο της ερευνητικής προσπάθειας που τις χαρακτηρίζει. Με λαμπρές, αλλά και σκοτεινές στιγμές.

Τα θεμελιώδη στοιχεία του διαχωρισμού Γεωπολιτικής και Γεωστρατηγικής.

Η φάση της εφαρμογής των συμπερασμάτων της Γεωπολιτικής, καλείται «Γεωστρατηγική» και συνεπώς, δεν είναι απαλλαγμένη από εθνικοκεντρικές θεάσεις και προσεγγίσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί κάποιο μειονέκτημα για την προσέγγιση per se και τα ζητούμενά της. Μειονέκτημα, στη Γεωστρατηγική προσέγγιση δεν αποτελεί η επιδίωξη του εθνικού συμφέροντος δια της αξιοποιήσεως των γεωπολιτικών συμπερασμάτων. Μειονέκτημα, για οποιαδήποτε ορθολογιστική, άρα και αποτελεσματική, προσέγγιση αποτελεί η «εθνικιστική» ή η αντίστοιχη «διεθνιστική» μεταφυσική με την εμπάθεια και τον μεσσιανισμό που τις χαρακτηρίζει αμφότερες.
Ας αφήσουμε την Ιστορία και τους Γεωγραφικούς της χώρους (Ανθρωποχώρους, Οικονομικούς και Πολιτισμικούς χώρους κ.τ.λ.) να γίνουν το πεδίο της νηφάλιας και ενδελεχούς γεωπολιτικής παρατήρησής μας, χωρίς να καταλήγουμε σε προκρούστειες «προσαρμογές» των «ανεπιθύμητων στοιχείων».
Τίποτε δεν είναι, και δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται, «ανεπιθύμητο» στην γεωπολιτική ανάλυση. "Ανεπιθύμητα στοιχεία" μπορούμε να εντοπίσουμε μόνο στην Γεωστρατηγική και υπό την έννοια της στρατηγικής τους φύσης, όχι υπό την έννοια της μη δυνατότητος επιστημονικής επεξεργασίας τους! Και σε ένα γεωστρατηγικό επίπεδο και πάλιν, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να τα τροποποιήσουμε. Όχι όμως εθελοτυφλώντας στην αναγκαιότητα της γεωπολιτικής αναγνώρισης και παρατηρησιακής αποδοχής τους.
Καταλήγοντας, υπογραμμίζουμε ότι το δέον για τον ερμηνευτή ή/και χειριστή των διεθνών γεγονότων, είναι να γίνεται αντιληπτό το πότε  λειτουργεί ως «Γεωστρατηγιστής» και πότε ως «Γεωπολιτικός αναλυτής». Επίσης οφείλω να δηλώσω εξ αρχής ότι δεν μέμφομαι, κατ’ ουδένα τρόπο και για κανένα λόγο, αυτούς που λειτουργούν ως γεωστρατηγιστές και συνεπώς υιοθετούν την προσέγγιση του εθνικού συμφέροντος. Αρκεί να ξέρουν τι ακριβώς κάνουν και προφανώς δεν συγχέουν την αποστειρωμένη γεωπολιτική ανάλυση με την -κατ' ανάγκην "στρατευμένη"-γεωστρατηγική δράση

Β΄ ΜΕΡΟΣ: Ορισμοί, Θεωρητικές προσεγγίσεις, επιστημολογικά ζητήματα για τη Γεωπολιτική ( για... άνετους!)

Τίτλος κειμένου: Εισαγωγικά ζητήματα για την  Κλασική Σχολή της Γεωπολιτική και της Σύγχρονης Συστημικής Γεωπολιτικής Ανάλυσης

 

Ι. Επιστημονική Προέλευση και Επιστημονική Θεμελίωση της Γεωπολιτικής Αναλυτικής Μεθόδου: Η Γεωγραφία και η «κόρη της» Γεωπολιτική[1].

 

Ι.1. Η Ιδρυτική Σχολή της Γεωπολιτικής: Γερμανική Γεωγραφική Σχολή.

Ως γνωστόν,  ιδρυτής της πρώτης Σχολής Γεωπολιτικής Διεθνώς, δηλαδή της Γερμανικής Γεωπολιτικής Σχολής, είναι ο Γερμανός Γεωγράφος Friedrich Ratzel (1844 – 1904), ο οποίος ανέπτυξε την έννοια της «Πολιτικής Γεωγραφίας/Politische Geographie» αναγνωρίζοντας την επιστημονική προέλευση της γεωπολιτικής αναλύσεως στην Επιστήμη της Γεωγραφίας. Ο Ratzel ανέπτυξε τις θεωρίες του όντας καθηγητής της έδρας της Γεωγραφίας στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο (Πολυτεχνείο) του Μονάχου και εν συνεχεία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας.

 Συμφώνως λοιπόν προς τον Friedrich Ratzel η Γεωπολιτική είναι «Η Γεωγραφία στην Υπηρεσία της Πολιτικής του Κράτους». Αυτήν την έννοια έδωσε στον όρο «Πολιτική Γεωγραφία» ο Ratzel με το έργο του Politische Geographie (πλήρης τίτλος: Πολιτική Γεωγραφία ή Γεωγραφία των Κρατών, του Εμπορίου και των Πολέμων). Και μόνον ο πλήρης τίτλος του κεφαλαιώδους σημασίας θεωρητικού αυτού έργου δηλώνει την θεμελίωση της Γεωπολιτικής αναλύσεως στην Επιστήμη της Γεωγραφίας, της Οικονομίας και της Πολεμολογίας.

Από το έργο του Ratzel τον οποίον θαύμαζε, εμπνεύστηκε ο σουηδός Rudolf Kjellen, Καθηγητής των Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο της Ουψάλας και του Γκέτεμποργκ και γεωγράφος, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «Γεωπολιτική» στο έργο του «Το Κράτος ως Μορφή Ζωής» (1916)

Ο διασημότερος από τους Γερμανούς θεωρητικούς και θεμελιωτές της Γεωπολιτικής και επίσης πνευματικό τέκνο του γεωγράφου F. Ratzel είναι ο επίσης γερμανός Γεωγράφος Karl Haushofer (1869 – 1946), που και αυτός, κατείχε την έδρα της Γεωγραφίας στο Πολυτεχνείο του Μονάχου. Ο Καθηγητής Haushoffer  έγραφε το 1920 ότι:  «Η Γεωπολιτική θα είναι και πρέπει να είναι η γεωγραφική συνείδηση του κράτους. Το αντικείμενό της είναι η μελέτη των μεγάλων ζωτικών συσχετίσεων του σύγχρονου ανθρώπου στο πλαίσιο του σύγχρονου χώρου και ο σκοπός της είναι ο συντονισμός των φαινομένων που συνδέουν το κράτος με το χώρο». 

 

Ι.2.. Η Αγγλοσαξονική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής.

 

Ιδρυτής της Αγγλοσαξονικής Σχολής της γεωπολιτικής, η οποία επηρεάστηκε βαθύτατα από την Γερμανική Γεωγραφική Σχολή σκέψης, υπήρξε ο επίσης Γεωγράφος Sir Halford Mackinder (1861 – 1947) και Μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου, ο οποίος και ίδρυσε τη Σχολή της Γεωγραφίας στο London School of Economics (LSE), τονίζοντας και αυτός με τη σειρά του, με την ένταξη της γεωπολιτικής στο πλαίσιο των Οικονομικών Επιστημών, την Οικονομικο-γεωγραφική διάσταση της αγγλοσαξωνικής Σχολής Γεωπολιτικής Σκέψης. Θεμέλιο της θεωρίας του Mackinder ήταν το περιβόητο άρθρο The Geographical Pivot of History, του οποίου και μόνον η ανάγνωση του τίτλου αναδεικνύει την επιστημονική πεποίθηση του Sir Halford να θέσει τη Γεωγραφία στο επίκεντρο της διαδικασίας διαχρονικής διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων.

Συνεχιστής της σκέψης του Mackinder, στο πλαίσιο της Αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής ανάλυσης, είναι ο Αμερικανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γέηλ, Nickolas Spykman (1893 – 1943), του οποίου ο τίτλος του σημαντικότερου και ιστορικού έργου του, Geography of the Peace”, είναι χαρακτηριστικός όσον αφορά την επιστημολογική θεμελίωση της γεωπολιτικής στο επιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της Γεωγραφίας.

Παραθέτουμε μερικούς ακόμη ορισμούς της Γεωπολιτικής, σύγχρονων αγγλοσαξώνων θεωρητικών που αναδεικνύουν σαφέστατα τη Γεωγραφική επιστημολογική θεμελίωση της Γεωπολιτικής αναλύσεως:

1) Ο Saul Cohen (Geography and Politics in a World Divided, 1963) έγραφε ότι:
«Η πεμπτουσία της Γεωπολιτικής είναι η μελέτη της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της διεθνούς πολιτικής της ισχύος και των αντιστοίχων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, κυρίως δε αυτών των γεωγραφικών χαρακτηριστικών επί των οποίων αναπτύσσονται οι πηγές της ισχύος» .

2) Ο Robert Harkavy: θεωρεί ότι: «Η Γεωπολιτική είναι η χαρτογραφική [Σ.Σ.: άρα γεωγραφική] αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ των κυρίων αντιτιθεμένων δυνάμεων».

3) Συμφώνως προς τον Ladis Kristof:«Ο σύγχρονος θεωρητικός της Γεωπολιτικής δεν επισκοπεί το γεωγραφικό χάρτη της Γης για να διακρίνει τι μας υπαγορεύει η φύση να κάνουμε, αλλά τι μας συμβουλεύει η φύση να κάνουμε με δεδομένες τις προτιμήσεις μας»[2].

 

Ι.3. Η Γαλλική Γεωγραφική Σχολή της Γεωπολιτικής.


Η ίδια αντίληψη επικρατεί και στην Γαλλική Σχολή της Γεωπολιτικής αναφορικά με την επιστημολογική της θεμελίωση στο γνωστικό πεδίο της Γεωγραφίας. Παράδειγμα λαμπρό αποτελεί ο ορισμός του σύγχρονου Γάλλου Γεωγράφου-Γεωπολιτικού Michel Foucher (Sorbonne I), ο οποίος αναφέρει ότι: «Η Γεωπολιτική είναι μια συνολική μέθοδος γεωγραφικής αναλύσεως συγκεκριμένων κοινωνικο-πολιτικών καταστάσεων αντιμετωπιζομένων στο γεωγραφικό τους πλαίσιο συνδυαζόμενη με τις συνήθεις βιοθεωρήσεις που τις χαρακτηρίζουν»[3].

O γάλλος γεωγράφος Pascal Lorot, γράφει χαρακτηριστικά κάτι που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη σχέση Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής: La Géopolitique est la fille de la Géographie”, δηλαδή «Η Γεωπολιτική είναι η κόρη της Γεωγραφίας»[4].

Είναι γεγονός, ότι στην Γαλλική Σχολή της Γεωπολιτικής, η επιστημονική θεμελίωση εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνον στην επιστήμη της Γεωγραφίας. Όλοι οι Γάλλοι Γεωπολιτικοί έχουν ως βασικές σπουδές τους την Γεωγραφία. Αναφέρω τα παραδείγματα των:

1) τον Γεωγράφο Albert Demangeon (1872-1940) απόφοιτο της École Normal ο οποίος είχε ως δάσκαλο τον μέγιστο των Γάλλων Γεωγράφων, τον Vidal de La Blache,

2) τον Γεωγράφο Jacques Ancel (1879-1943), τον θεμελιωτή της Γαλλικής Σχολής της Γεωπολιτικής, ο οποίος αντιπάλεψε τον όρο «Γεωπολιτική», λέγοντας ότι «πρόκειται απλώς για ένα κούφιο νεολογισμό, ο οποίος σημαίνει απλούστατα: Πολιτική Γεωγραφία» και

3) τον Γεωγράφο,  Yves Lacoste, ο οποίος διδάσκει και σήμερα στο Paris-VIII, Saint Denis, Sorbonne Nouvelle, και ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης Γεωπολιτικής ανάλυσης στη Γαλλία. Πρόκειται για τον ιδρυτή του επιστημονικού Γεωγραφικού-Γεωπολιτικού περιοδικού Herodote (το όνομα του Έλληνα Γεωγράφου και Ιστορικού) το οποίο έχει ως υπότιτλο, από το 1983 και μετά: «Επιθεώρηση Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής/Revue de Géographie et de Géopolitique». Ο Lacoste την ορίζει και αυτός, όπως ο επιφανής γερμανός ιδρυτής της, ο Ratzel, ως εξής «...η Γεωπολιτική μας επιτρέπει να έχουμε μια “αφ’ υψηλού καθολική εικόνα της πραγματικότητος’’» και δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται για ιδιαίτερη επιστήμη αλλά «ούτε για κάποιας μορφής κανονιστική έρευνα» καταλήγει στο πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι «Πρόκειται για μια τεχνολογία/τεχνογνωσία ανάλυσης του γήινου χώρου [Γεωγραφία συνεπώς] και των αντιπαραθέσεων που λαμβάνουν χώρα στην επιφάνειά του [Βλ. Γεωγραφικούς Χώρους, κατωτέρω], που σκοπό έχει την καλύτερη εμβάθυνση στο μυστήριο των συμβαινόντων, ώστε να είμαστε σε θέση να αντιδρούμε ή να δρούμε αποτελεσματικά ως προς αυτά»[5].

Προκύπτει λοιπόν αβίαστα ότι και για τον Lacost, αλλά και για τον τον Jacques Ancel, η Επιστήμη είναι η Γεωγραφία, ενώ η Γεωπολιτική είναι “μια τεχνική ανάλυσης των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στο Φυσικό Χώρο.

Στην σημερινή πάντως επιστημονική και ερευνητική πραγματικότητα, η διεπιστημονικότητα, στην θεραπεία της σύγχρονης Γεωπολιτικής αναλυτικής μεθόδου είναι πλέον κάτι απολύτως παραδεκτό στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα και σε διεθνούς κύρους Πανεπιστημιακά Ερευνητικά Κέντρα και Κέντρα Μεταπτυχιακών Σπουδών. Παράδειγμα αποτελεί το αντίστοιχο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Σορβόνης I όπου οι επιστημονικές αποσκευές των υποψηφίων σπουδαστών εντοπίζονται στα πανεπιστημιακά πτυχία  της Γεωγραφίας, των Πολυτεχνικών Σχολών (Επιστήμες Μηχανικού), της Ιστορίας, της Νομικής, της Οικονομίας, της Διοίκησης επιχειρήσεων κ.τ.λ., όπως μπορεί κανείς να διακριβώσει στη σχετική ιστοσελίδα του κοινού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Γεωπολιτικής (Master II "Géopolitique") των δύο από τα πλέον έγκυρα πανεπιστημιακά ιδρύματα διεθνώς: του Πανεπιστημίου της Sorbonne I και της École Normale Supérieure[6].  

 

ΙΙ.1. Η τύχη του Θετικιστικού και νεοθετικιστικού θεωρητικού αιτήματος στη Σύγχρονη Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση.

            Αρχίζοντας από μια σύντομη εισαγωγική συγκριτική αναφορά, νομίζουμε πως πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η περίπτωση της Γεωπολιτικής:

i) Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα “θετικότροπου προσδιορισμού” του γνωστικού της αντικειμένου.

Στην περίπτωση της γεωπολιτικής πρόκειται για το Γεωγραφικό Χώρο και τις ειδικές ‘αιτιακές’ και ‘αιτιατικές’ μορφές του. Εξηγούμαι καθιστώντας σαφές ότι ο διαχωρισμός των γεωγραφικών χώρων γίνεται από τον γράφοντα ανάλογα με τη θέση των χώρων αυτών στη διαλεκτική διαδικασία. Είτε δηλαδή αποτελούν το διαλεκτικό αίτιο στη διαδικασία αυτή, είτε το διαλεκτικό αιτιατό. Το ζητούμενο, ασφαλώς και είναι η περιγραφή του αιτιακού μηχανισμού, αυτού ο οποίος εμφανίζει τις αιτιώδεις σχέσεις που συνιστούν το αναλυτικό χωρικό μας Υπόδειγμα (μοντέλο). Η επίτευξη αυτού του στόχου μας δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε ένα επόμενο Παραγωγικό Γεωπολιτικό-Χωρικό Υπόδειγμα, θεμελιωμένο πάνω στις γεωγραφικές-χωρικές σχέσεις και χαρακτηριστικά που προσδιορίσθηκαν ήδη. Το τελικό ζητούμενο είναι ακριβώς η δυνατότητα πρόβλεψης που προσφέρει το Παραγωγικό Υπόδειγμα, όπως αυτό προήλθε από τη διαδικασία ανάγνωσης και άρθρωσης του εξηγησιακού μας μηχανισμού.

Οι εισαγόμενες έννοιες του ‘Πρωτογενούς’, ‘Δευτερογενούς’ και ‘Τριτογενούς Χώρου’, όπως και των μεταξύ τους συνδυασμών (‘Πλήρεις’ και ‘Ειδικοί Συνθετικοί Χώροι’) ανάγονται ακριβώς στο κριτήριο αυτό. Έχοντας λοιπόν ως αξιωματικό δεδομένο το ανωτέρω Σύστημα Αναφοράς μπορούμε πλέον να προβούμε στη δημιουργία των κατωτέρω τεσσάρων θεωρηματικών αποφάνσεων, οι οποίες με τη σειρά τους λειτουργούν και ως ορισμοί των αντιστοίχων τεσσάρων Ειδών Χώρων[7]:

α) Οι Πρωτογενείς Χώροι οι οποίοι είναι:

 i) Αιτια-κοί  (causals-causales) και

ii) Υποδομικοί (Infrastructurals-Infrasructuraux) Χώροι .

            Η έννοια του Υποδομικού Χώρου αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της Αλθουσεριανής Υποδομής[8], όπως την παρουσιάζει άλλωστε και ο A. Lipietz[9], επιλέγοντας ένα κλασικό χωρίο του Altusser: « Ξέρουμε...» αναφέρει ο Althusser, «...ότι το μαρξιστικό ‘όλον’ ξεχωρίζει χωρίς παρερμηνείες από το εγελιανό ‘όλον’. [Το μαρξιστικό] είναι το ‘όλον’ του οποίου η ενότητα χαρακτηρίζεται από μία ορισμένη συνοχή, μια πολυπλοκότητα. Είναι η ενότητα ενός δομημένου όλου που εμπεριέχει αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ‘επίπεδα διακριτά’και ‘σχετικώς αυτόνομα’. Τα επίπεδα αυτά συνυπάρχουν μέσα στην πολύπλοκη αυτή δομική ενότητα, διαρθρούμενα τα μεν πάνω στα δε, βάσει ιδιαιτέρων κανόνων προσδιορισμού. εξαρτώμενα δε ιδιαιτέρως ‘σε τελευταία ανάλυση’, από το είδος και την κατάσταση της οικονομίας. Μπορούμε, σε πρώτη προσέγγιση, να αποφανθούμε ότι αναφορικά με την ιδιαίτερη δομή του μαρξιστικού ‘όλου’ δεν είναι πια δυνατόν να σκεφθούμε ‘εντός’ του ιδίου Ιστορικού Χρόνου το προτσές της ανάπτυξης των διαφορετικών επιπέδων του ‘όλου’. Ο τύπος της ‘ιστορικής ύπαρξης’ αυτών των διαφορετικών επιπέδων δεν είναι ο ίδιος. Σε κάθε επίπεδο πρέπει, αντιθέτως, να προσδιορίσουμε έναν ιδιαίτερο χρόνο, ‘σχετικώς αυτόνομο’ και ως εκ τούτου ‘σχετικώς ανεξάρτητο’ μέσα στην ίδια του την εξάρτηση από τους ‘Χρόνους’ των υπολοίπων επιπέδων. Μπορούμε, αλλά και οφείλουμε να πούμε ότι υπάρχει για κάθε Τρόπο Παραγωγής ένας ιδιαίτερος Χρόνος και μια ιδιαίτερη Ιστορία, κανοναρχούμενοι από έναν ιδιαίτερο τρόπο Ανάπτυξης των Παραγωγικών Δυνάμεων. Ένας ιδιαίτερος Χρόνος και μια Ιδιαίτερη Ιστορία των Σχέσεων Παραγωγής, ένας ιδιαίτερος Χρόνος και μια ιδιαίτερη Ιστορία της Πολιτικής Υπερδομής (superstructure). Η ιδιαιτερότητα αυτών των Χρόνων και των Ιστοριών είναι ‘διαφορική’ (Differentielle/differential) εφόσον στηρίζεται πάνω σε διαφορικές (differentielles/differentials)[10] σχέσεις που διέπουν το ‘όλο’ και εντοπίζονται μεταξύ των διαφορετικών (differents) επιπέδων του. Ο τρόπος και ο βαθμός της ανεξαρτησίας κάθε ‘Χρόνου’ και κάθε ‘Ιστορίας’ προσδιορίζεται συνεπώς από τον τρόπο και και το βαθμό εξάρτησης του κάθε επιπέδου μέσα στο σύνολο των διαρθρώσεων του ‘όλου’»[11].

            Οι Πρωτογενείς αυτοί χώροι, χωρίζονται σε δύο είδη Υπο-χώρων:

            α.1.) Το Φυσικό Χώρο, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως πρωτογενής από πλευράς θέσεως στη διαλεκτική διαδικασία, συνεπώς είναι χώρος Αιτιακός και υποδομικός.  Ο Φυσικός Χώρος αναφέρεται στα ακόλουθα στοιχεία: χλωρίδα, πανίδα, ανάγλυφο, υπέδαφος, κλίμα, φυσικοί πόροι και φυσικά διαθέσιμα, και

            α.2.) Το Στοιχειώδη Ανθρωποχώρο, ο οποίος είναι και αυτός διαλεκτικός πρωτογενής και άρα Αιτιακός υποδομικός χώρος. Αυτός νοείται ως σύνολο ανθρωποστοιχείων, όπως φυλετικοί κοινωνικοί σχηματισμοί, πληθυσμιακές συσσωρεύσεις και δημογραφικές συνθέσεις κατά φύλο και πυραμίδες ηλικιών, στατιστικές δημογραφικές κινήσεις κ.τ.λ. Στον χωρικό αυτόν Τύπο, δεν συμπεριλαμβάνονται οι εθνικο-κρατικοί και εθνοτικοί σχηματισμοί ως έχοντες παραχθεί δευτερογενώς, μέσω οικονομικών, πολιτισμικών και πολιτικών διαδικασιών. Δηλ. μέσω διαδικασιών οι οποίες εκ φύσεως είναι δευτερογενείς.   

β) Οι Δευτερογενείς Χώροι, οι οποίοι είναι Αιτιατι-κοί (resultatif) Υπερδομικοί (superstructurals-superstructurels) Χώροι και τους οποίους διακρίνουμε επίσης σε δύο είδη υποχώρων:

            β.1.) Τον Πολιτικό Χώρο ο οποίος ως διαλεκτικώς δευτερογενής, υπερδομικός χώρος αποτελεί διαλεκτικό προϊόν των διαντιδράσεων συντήρησης, αναπαραγωγής, ρήξης και εξέλιξης των συστημάτων υλικής ή άϋλης παραγωγής με τους εκάστοτε κοινωνικούς σχηματισμούς οποιασδήποτε κλίμακος, και

            β.2.) Τον Οικονομικό Χώρο ο οποίος είναι και αυτός διαλεκτικώς δευτερογενής, υπερδομικός χώρος[12].

γ) Οι Τριτογενείς Χώροι, οι οποίοι ανήκουν και αυτοί στους Αιτιαι-κούς Υπερδομικούς Χώρους και οι οποίοι διακρίνονται επίσης σε δύο είδη Υπο-χώρων:

            γ.1.) Τον Πολιτισμικό Χώρο, ο οποίος προκύπτει ως διαλεκτικό προϊόν της συνθέσεως μεταξύ Οικονομικού και Πολιτικού Χώρου[13],

            γ.2.) Τον Εθνοτικο-κρατικό/Εθνικο-κρατικό Χώρο, ο οποίος προκύπτει ως διαλεκτικό προϊόν της συνθέσεως μεταξύ Πολιτικού και Πολιτισμικού Χώρου[14], και

δ) Οι Συνθετικοί Χώροι, ανωτέρας διαλεκτικής τάξεως χώροι οι οποίοι διακρίνονται από τον γράφοντα σε:

            δ.1.) Πλήρεις Συνθετικούς ΧώρουςΠλήρη Χωρικά Πλέγματα] οι οποίοι νονούνται ως το σύνολο των διαλεκτικώς πρωτογενών, δευτερογενών και τριτογενών του χαρακτηριστικών, με τον τρόπο που αυτά ορίσθηκαν ανωτέρω, και

            δ.2.) Ειδικούς Συνθετικούς ΧώρουςΕιδικά Χωρικά Πλέγματα], οι οποίοι προκύπτουν από την αλληλεπικάλυψη σε επίπεδο υποδομής, των δύο διαλεκτικώς Πρωτογενών χωρικών οντοτήτων (Φυσικού Χώρου και Στοιχειώδους Ανθρωποχώρου) και των αντιστοιχούντων σε αυτές ποιοτικο-ποσοτικά μεταβαλλόμενων και διαλεκτικώς δευτερογενών και τριτογενών δομικών χαρακτηριστικών τα οποία ορίσθηκαν όπως ανωτέρω.

 

ii) Εντάσσεται σε κοινώς αποδεκτή επιστημολογικά ταξινόμηση η οποία προσδιορίζει τους κλάδους της Επιστήμης της Γεωγραφίας.

Δηλαδή:

            α) Τη Φυσική Γεωγραφία, η οποία αφορά την ανάλυση των στοιχείων του Φυσικού Χώρου.

            β) Την Ανθρωπογεωγραφία η οποία είναι η γεωγραφία της ανάλυσης των στοιχείων του Στοιχειώδους και Σύνθετου Ανθρωποχώρου. Η Ανθρωπογεωγραφία περιλαμβάνει:

            β.1.) Την Εθνικο-κρατική Ανθρωπογεωγραφία η οποία προβαίνει στην δυναμική ανάλυση των εθνοτικών / εθνικών οντοτήτων και χαρακτηριστικών τα οποία εντοπίζονται στην κλίμακα του εθνικού κράτους/κράτους έθνους, το οποίο αποτελεί και Σύνθετη μορφή Ανθρωποχώρου. Συμπεριλαμβάνει συνεπώς και την εξέταση των πάσης φύσεως μειονοτικών φαινομένων. Η μελέτη των μορφών του Στοιχειώδους Ανθρωποχώρου εντάσσεται πλέον στο Σύστημα της Εθνικο-κρατικής Ανθρωπογεωγραφίας, ως συστήματος πληρέστερης από πολιτικής -άρα και χρηστικής- απόψεως, μελέτης.

            β.2.) Την Πολιτισμική Γεωγραφία ή Γεωγραφία των Πολιτισμών ή Γεωγραφία του Πολιτισμού. Εδώ πρόκειται για τη δυναμική ανάλυση της συσχέτισης, της αλληλεπίδρασης και της αλληλεξάρτησης των πολιτισμικών αρχετυπικών χαρακτηριστικών, οντοτήτων, μορφωμάτων αλλά και των διαπλοκών και αλληλεξαρτήσεών τους, στο πλαίσιο του εκάστοτε είδους εξεταζομένων -πλήρους ή ειδικής μορφής- Συνθετικών Χώρων.

            β.3.) Την Οικονομική Γεωγραφία η οποία αφορά στη δυναμική ανάλυση των οικονομικών χαρακτηριστικών συλλογικών ή ατομικών οντοτήτων, μορφωμάτων αλλά και των διαπλοκών και των αλληλεξαρτήσεων αυτών, στο πλαίσιο των εκάστοτε εξεταζομένων -πλήρους ή ειδικής μορφής- Συνθετικών Χώρων.

            β.4) Την Πολιτική Γεωγραφία η οποία αφορά στην δυναμική ανάλυση των πολιτικών χαρακτηριστικών συλλογικών ή ατομικών οντοτήτων, μορφωμάτων αλλά και των διαπλοκών και των αλληλεξαρτήσεων αυτών, στο πλαίσιο των εκάστοτε εξεταζομένων -πλήρους ή ειδικής μορφής- Συνθετικών Χώρων.

            β.5) Την Γεωγραφία της Γνώσεως ή Γνωσιογεωγραφία ή Γεωγραφία Εστιών Παραγωγής, Διασποράς και Ελέγχου της Πληροφορίας η οποία αφορά στην δυναμική ανάλυση, (παρουσίαση χωροθετική, ποσοτική και ποιοτική των κέντρων παραγωγής γνώσεως και των κέντρων ελέγχου αυτής, προσδιοριμός των τρόπων παραγωγής, διασφάλισης και ελέγχου,  προσδιορισμός των θεμελιωδών χαρακτηριστικών των ειδών της παραγόμενης Γνώσης, προσδιορισμός των θεμελιωδών χαρακτηριστικών των τρόπων διασποράς και ελέγχου, κ.τ.λ.). Πρέπει εδώ να αναφερθούμε στο σημαντικό καινοτόμο στοιχείο της Γεωγραφίας αυτής: το γεγονός ότι αναγνωρίζει στη συγκρότηση της θεμελιώδους δομής της Γνώσης, το δομικό στοιχείο της Γλώσσας αλλά και το δομικό υλικό της τελευταίας δηλ. την Πληροφορία. Αναγνωρίζει επίσης στην ανωτέρω συγκρότηση και τις δυνατότητες που προσφέρονται για την δημιουργία Νέων Τύπων Πολλαπλασιαστών Διεθνούς Ισχύος (ΝΕ.ΤΥ.ΠΟ.Δ.Ι.) οι οποίοι εντοπίζονται χωροθετικά και θεωρητικά στους δημιουργούμενους Νέους Πόλους Διεθνούς Ισχύος.

            Η Γεωπολιτική, όπως συνεχώς αναφέρω, μελετά τέσσερις πτυχές ασκήσεως επιρροής της ισχύος των εθνικοκεντρικών οντοτήτων ή άλλης μορφής διεθνών δρώντων, δηλ. ΝΕ.ΠΟ.Δ.Ι. Εδώ θα μπορούσαμε να εντοπίζαμε ως σημεία επικέντρωσης της μελέτης μας, υπο-εθνικούς, εθνικούς ή υπερ-εθνικούς κοινωνικούς, αμυντικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς/ελέγχου και διασποράς πληροφορίας ή οικονομικούς Πόλους διεθνούς Ισχύος. Η τελευταία πτυχή, η πολιτισμιο-πληροφοριακή, την οποία και θεωρώ ισχυρότερη από απόψεως αποτελεσμάτων ασκήσεως επιρροής και δημιουργίας συμπαγεστέρων σφαιρών επιρροής, περιλαμβάνει σημαντικότατες μεταβλητές όπως, το φαινόμενο του γλωσσικού επεκτατισμού, τις θρησκευτικές ιδιομορφίες οι οποίες καταλήγουν ισχυρά πολιτικά και γεωστρατηγικά εργαλεία στο πλαίσιο των διαφορών και των ετεροτήτων που δημιουργούν σε εθνικο-πολιτισμικό επίπεδο και τελικώς τα κοινωνικής και ανθρωπολογικής φύσεως δεδομένα.[15]

           

iii) Ύπαρξη ποσοτικής επιστημονικής μεθοδολογίας:

Η Γεωπολιτική, εκτός των κλασικών μεθόδων των κοινωνικών επιστημών (ποσοτικών και ποιοτικών) διαθέτει και τις τις ιδικές της, δηλαδή τις Γεωγραφικές, επιστημονικές μεθόδους για να λειτουργήσει: π.χ. Χαρτογραφία, Θεωρία Σφαλμάτων, Αεροφωτογραφία, Τηλεπισκόπηση, Δορυφορική Γεωδαισία, Ωκεανογραφία-Θαλάσσια Γεωγραφία, Θεωρία Φυσικών Πόρων και Φυσικών Διαθεσίμων κ.τ.λ., Κλιματολογία, Ορυκτολογία, Πετρογραφία, Οικονομική Ανάλυση του Χώρου, Χωροταξία και Χωρική Ανάλυση, Γεωγραφικά Πληροφοριακά Συστήματα (G.I.S.), Δυναμικοί Διανυσματικοί Χάρτες, κ.τ.λ. Αυτό συμβαίνει απλούστατα, διότι η Γεωπολιτική είναι  Γεωγραφική αναλυτική μέθοδος.

            - Άλλωστε σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Saul Bernard Cohen, έναν από τους εγκυρότερους σύγχρονους αμερικανούς γεωγράφους-γεωπολιτικούς [16]: «Η πραγματική αξία της σύγχρονης Γεωπολιτικής έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί επιστημονική ανάλυση των γεωγραφικών παραγόντων στους οποίους βασίζονται οι διεθνείς σχέσεις και οι οποίοι κατευθύνουν (sic!) τις πολιτικές αλληλεπιδράσεις»[17].

            - O αμερικανός πολιτικός επιστήμων Edmund Walsh, σύμφωνα με τον S. B. Cohen, “...υποστήριξε μια αμερικάνικη Γεωπολιτική βασισμένη στη διεθνή δικαιοσύνη η οποία ήταν μια συνδυασμένη μελέτη ανθρωπογεωγραφίας και εφαρμοσμένης πολιτικής επιστήμης... που ανατρέχει στον Αριστοτέλη, τον Μοντεσκιέ και τον Κάντ[18].

            - Είναι δε σημαντικότατο ότι ένας έγκυρος αγγλοσάξων κλασσικός ρεαλιστής διεθνολόγος, ο Colin Gray, δεν αρνείται ακόμα και την ύπαρξη μιας «Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας». Δηλ. ακριβώς το ζητούμενο για τον τομέα των Διεθνών Σχέσεων! Γράφει χαρακτηριστικά: «...η πρώτιστη αρετή της Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας19] (sic!), υπό την προϋπόθεση ότι δεν γίνεται κατάχρηση, βρίσκεται στο ότι εστιάζει την προσοχή μας  σε διαρκείς και σταθερούς παράγοντες [Σ.Σ.: διότι πρόκειται για Γεωγραφικούς παράγοντες]». Και συνεχίζει: «...εκείνοι οι οποίοι θέλουν να κατανοήσουν τις διαστάσεις της διεθνούς ασφάλειας πρέπει να αφομοιώσουν τις ουσιώδεις έννοιες της Γεωπολιτικής»[20].

            - Άλλωστε και η ρήση του Saul Kohen, το 1963[21], υπογραμμίζει τον παράγοντα της σταθερότητα των συντελεστών και την οντολογική ευκρίνεια των μεταβλητών της γεωπολιτικής, τονίζοντας το γεωγραφικό τους χαρακτήρα. Γράφει ότι : «...η πεμπτουσία της Γεωπολιτικής είναι η μελέτη της υφισταμένης σχέσεως μεταξύ της διεθνούς πολιτικής της ισχύος και των αντιστοίχων γεωγραφικών χαρακτηριστικών, κυρίως δε αυτών των γεωγραφικών χαρακτηριστικών που αναπτύσσονται στις πηγές της ισχύος». Και δίνει τον ορισμό της γεωπολιτικής ως εξής: « Η Γεωπολιτική ορίζεται σε αυτόν τον τόμο ως η ανάλυση της διάδρασης μεταξύ αφενός των γεωγραφικών πραγματικοτήτων και προοπτικών και, αφετέρου, των πολιτικών διεργασιών. Ως γεωγραφικές πραγματικότητες νοούνται γεωγραφικά χαρακτηριστικά και μορφότυποι όπως και οι πολυστρωματικές περιοχές που αυτά σχηματίζουν. Στις πολιτικές διεργασίες εγγράφονται δυνάμεις που λειτουργούν τόσο σε διεθνή κλίμακα, όσο και στην εγχώρια αλλά επηρεάζουσες  τη διεθνή συμπεριφορά του δρώντος. Οι γεωγραφικές πραγματικότητες και οι πολιτικές διεργασίες λειτουργούν κατά τρόπο δυναμικό αλληλοεπηρεαζόμενες. Η Γεωπολιτική λοιπόν, έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των επιπτώσεων αυτών των διαδράσεων» [22].

            Αντιθέτως, οι ορισμοί σχετικά με μια αντίστοιχη «Γενική Θεωρία Διεθνών Σχέσεων» οι διαθέσιμοι από κάποιον, αντιστοίχου με τον Gray, κύρους, για την αγγλοσαξωνική διεθνολογική θετικιστική επιστημονική κοινότητα[23] εμφανίζουν το κριτήριο της προβλεπτικής ικανότητας (predictability) ως προϋπόθεση άρα κινούνται μάλλον στην σφαίρα του ευκταίου και όχι του πραγματικού. Κλασική περίπτωση αυτού του φαινομένου αποτελεί ο ορισμός του Quincy Wright, ο οποίος αναφέρει ότι «...ως γενική θεωρία διεθνών σχέσεων νοείται ένα περιληπτικό, συνεκτικό και αυτο-διορθούμενο γνωσιακό σώμα συμβάλλον στην κατανόηση, την πρόβλεψη, την αξιολόγηση και τον έλεγχο των σχέσεων μεταξύ των κρατών και των επικρατουσών παγκοσμίως συνθηκών» [24].  Και είναι απολύτως φυσικό να επισημαίνεται από τον Wright το αίτημα της πρόβλεψης, μαζί με τα υπόλοιπα τρία αιτήματα, ώστε να δημιουργηθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, όταν ο ίδιος, μερικά χρόνια νωρίτερα, έχει ήδη παραδεχθεί ότι το πεδίο των διεθνών σχέσεων είναι ακόμη «...ένας αναδυόμενος επιστημονικός κλάδος ο οποίος παρουσιάζει μικρό βαθμό συνοχής σε ότι αφορά το μεθοδολογικό και λογικό του υπόβαθρο...»[25]

            - Απεναντίας ο πολύς [Σ.Σ.: για το σύνολο, όμως, της διεθνολογικής κοινότητας]  Raymond Aron, επεξηγώντας στο άρθρο του “Quest-ce quune Théorie des Relations Internationales?”, τις δυσκολίες που συνάντησε στη συγγραφή του βιβλίου του με τίτλο: Paix et Guerre entre les Nations[26] γράφει -κάπως απογοητευμένος- ότι ξεκινώντας να ριχθεί στην περιπέτεια  της δημιουργίας μιας ‘Γενικής Θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων’ ανάλογη με την προταθείσα από τους Walras  και Pareto για τις Οικονομικές Επιστήμες, κατέληξε με την πεποίθηση ότι: «...δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καθαρή θεωρία των Διεθνών Σχέσεων». Και αυτό το αποδίδει i) στο ότι δεν κατάφερνε να προσδιορίσει στους διεθνείς δρώντες έναν «κοινόν αντικειμενικό σκοπό»[27] και ii) στο ότι είναι αδύνατο να κάνει το διαχωρισμό μεταξύ ενδογενών ( την περιγραφή των πόλων ισχύος) και εξωγενών (τους οικονομικούς συσχετισμούς δυνάμεων ή ακόμη-ακόμη τα εσωτερικά κρατικά καθεστώτα) μεταβλητών του διεθνούς συστήματος[28]. Δεδομένου τούτου, ο R. Aron, αρνούμενος, τις «μονομερείς επεξηγήσεις/explications unilaterales» φθάνει στο βαρυσήμαντο για την έρευνά μας συμπέρασμα ότι «κάθε συγκεκριμένη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων είναι μια Κοινωνιολογική μελέτη»[29].

           

iv) H Γεωπολιτική, ως γεωγραφική αναλυτική μέθοδος, δεν διακατέχεται από την αγωνία της «διαψευσιμότητας/ falsifiability» και της «προβλεπτικής ικανότητας/predictability».

 

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μπορεί να κατασκευάσει το πλέον πολύπλοκο μαθηματικό μοντέλο με τα ήδη υπάρχοντα εργαλεία της, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω τελειοποιούνται όλο και περισσότερο (π.χ. Geographical Information Systems/G.I.S.) ώστε να επιδείξει προβλεπτική ικανότητα(predictability-Imre Lakatos) και συνεπώς να υπόκειται και στο ποπεριανό αίτημα της διαψευσιμότητας (falsifiability)  .

Το επιστημολογικό ζήτημα με την Γεωπολιτική, εντοπίζεται στο επίπεδο της τελικής κρυστάλλωσης της μίας και μόνης Θεωρίας, μιας Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας (έστω και εάν ο C. Gray θεωρεί ότι υπάρχει ήδη) η οποία θα είναι κοινώς αποδεκτή από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητος[30] της ενασχολουμένης με την ανάλυση του Διεθνούς γίγνεσθαι. Θεωρία η οποία θα ενσωματώνει τις όποιες χρήσιμες παρατηρήσεις της Κριτικής προσέγγισης που δύνανται να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, υποκείμενα και λειτουργικά στα ανωτέρω τέσσερα επιστημονικά αιτήματα. Η ενδιαφέρουσα διαφορά της γεωπολιτικής θεωρητικής έρευνας  από την αντίστοιχη στο πεδίο της μελέτης των Διεθνών Σχέσεων[31] είναι ότι θεωρητική και περί της μεθοδολογίας αντιπαράθεση, δεν υφίσταται μεταξύ Γεωγράφων του διευρημένου νεο-θετικιστικού χώρου. Στην περίπτωση, λοιπόν της Γεωπολιτικής, η επιστημολογική αντιπαράθεση μεταξύ Γεωγράφων, γίνεται τυπικά και ουσιαστικά μεταξύ Νεοθετικιστών και της Μεταθετικιστικής (κριτικής) Σχολής (π.χ. Συστημική Γεωπολιτική vs Κριτική Σχολή Γεωπολιτικής[32]), πράγμα αναμενόμενο, που αποτελεί άλλωστε και κοινό παρονομαστή με την περίπτωση των θεωρητικών αντιπαραθέσεων στο πεδίο των Διεθνών Σχέσεων.

            Σύμφωνα με το νέο μοντέλο ανάπτυξης της Επιστήμης που προτείνει ο Kuhn στη «Δομή»[33] η Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση, ως επιστημονική μέθοδος γεωγραφικής ανάλυσης πέρασε το επίπεδο ισχύος του ‘Πρώτου Παραδείγματος’, όπου εθεωρείτο ως κράμα «γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής» με προεκτάσεις εφαρμοσμένης πολιτικής, ιδιαίτερα στο χώρο της Εξωτερικής Πολιτικής[34].

            Τώρα, εάν η  Σύγχρονη Συστημική Γεωπολιτική βρίσκεται στο στάδιο της κατά Kuhn «ιδιάζουσας επιστήμης» η οποία σωρεύει και μελετά το νεφέλωμα των «προ-παραδειγματικών» συμβαινόντων που, τότε τη φάση αυτή θα εξελιχθεί στο επίπεδο της, και πάλιν κατά Kuhn, «επιστημονικής επανάστασης» και συνεπώς στο «Νέο Παράδειγμα».

            Τονίζουμε όμως, ότι στην περίπτωση της Σύγχρονης Συστημικής Γεωπολιτικής πρόκειται για «κοινώς παραδεκτό επιστημονικό επίτευγμα» από την συγκεκριμένη «επιστημονική κοινότητα» [Kuhn] των Γεωγράφων-Γεωπολιτικών.

            Αναφορικά όμως με την περίπτωση των Διεθνών Σχέσεων έχουμε τουλάχιστον πέντε  κύριες κατηγορίες αλληλοσυγκρουμένων αντιλήψεων [περί του διεθνούς γίγνεσθαι], οι οποίες μάλιστα διαλέγονται ισοτίμως μεταξύ τους από το 1919, στο πλαίσιο ενός ανολοκλήρωτου όσο και ενδιαφέροντος επιστημολογικού πολέμου με πολλές κρίσιμες μάχες.

            Είναι λογικό να συμβαίνει αυτό μεταξύ αντιλήψεων και προσπαθειών συστηματοποίησης του γεγονοτολογικού και εμπειρικού υλικού που προκύπτει από την παρατήρηση του διεθνούς γίγνεσθαι. Και όπως αναφέρει ο Kuhn, «η επιστήμη αρχίζει με την εμφάνιση του πρώτου Παραδείγματος (και τη δημιουργία της πρώτης επιστημονικής κοινότητας) [35]. Μέχρι τότε δεν υπάρχει επιστήμη αλλά μια πλειάδα αντιμαχόμενων «σχολών» και απόψεων»[36].

            Ως Γεωγράφοι - Γεωπολιτικοί πρέπει να παρατηρήσουμε προσεκτικά αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα και γόνιμη αντιπαράθεση και να διδαχθούμε πολλά σε ότι αφορά την ολοκλήρωση και την τελειοποίηση της ιδικής μας Γενικής Γεωπολιτικής Θεωρίας αλλά και να προσπαθήσουμε να ενθαρρύνουμε τους θεράποντες του τομέα των Διεθνών Σχέσεων να προχωρήσουν προς την οδό των Υποδειγμάτων προβλεπτικότητας τελειοποιώντας την σε συνεργασία με τους ειδικούς μαθηματικούς του κλάδου των εφηρμοσμένων μαθηματικών ή με συνεργάτες τους Γεωγράφους/Γεωπολιτικούς.

            Το γεγονός ότι η Γεωγραφία και η Ανάλυση του Χώρου διδάσκεται με άξιους δασκάλους και στην Ελλάδα, από το 1981, και στη Σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και κατόπιν στην Πολυτεχνική Σχολή του Α.Π.Θ., και σε ειδικά πανεπιστημιακά Τμήματα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, με συγκεκριμένη χρησιμότητα, σαφή και εκτενέστατη υλική εφαρμογή  και μετρήσιμη ποσοτικά παρεμβατικότητα στον κοινωνικό, γεωγραφικό και οικονομικό χώρο δηλώνει ότι έχει επιτυχώς λειτουργήσει, δοκιμασθεί και επαληθευθεί και ως, επιστημονικής βάσεως, πράξη.



[1] Lorot, P., Histoire de la Géopolitique, Economica, Paris, 1995, p. 7.

[2] Σ.Σ.: Για τα ανωτέρω, βλ. κυρίως James E. Dougherty και Robert L. Pfaltzgraff, Jr. Ανταγωνιστικές Θεωρίες Διεθνών Σχέσεων, Τόμος Α΄, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1992, μετάφραση Θανάση Αθανασίου και Νικηφόρου Σταματάκη και επιστημονική επιμέλεια του Επίκουρου Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πάρι Βαρβαρούση.

[3] Foucher, M., Fronts et Frontières, Fayard, Paris, 1991.

[4] Lorot, P., Histoire de la Géopolitique, Economica, Paris, 1995, p. 7.

[5] Yves Lacoste, Questions de Géopolitique-L’Islam, la mer, l’Afrique, LLDP., Paris, 1991 στο Ι. Θ. Μάζης, Γεωπολιτική: Η Θεωρία και η Πράξη, εκδ. ΕΛΙΑΜΕΠ/ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2002, σ. 29.

[6] Βλ. Candidatures: De nationalités souvent variées, les étudiants sont d'origine disciplinaire diverse: géographie, histoire, relations internationales, économie, gestion, commerce, droit, sciences de l'ingénieur... Ils peuvent suivre la formation sur deux ans dans le cadre de la formation continue. Ils accèdent sur dossier et après un entretien permettant la sélection des 25 à 30 candidats retenus. Les inscriptions se font via le portail SESAME (voir rubrique scolarité). http://epi.univ-paris1.fr/05684778/0/fiche___pagelibre/&RF=epi-163

[7] Ι. Θ. Μάζης, Γεωπολιτική: Η Θεωρία και η Πράξη, Παπαζήσης/ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα 2002, σ. 34-37.

[8] Alain Lipietz, Le capital et son Espace, Maspero, Paris p. p.: 18-19 και L. Althusser- E. Balibar, Lire le Capital, Petite Collection Maspero, Paris, t. I, p. 119-120.

[9] Alain Lipietz, Le capital et son Espace, Maspero, Paris p.p.: 14-16

[10] Σ.Σ.: και όχι «διαφορετικές» όπως αναφέρεται, εκ τυπογραφικού λάθους, στο Ι. Μάζης, όπ. αν. σ. 77, στιχ. 2.

[11] Alain Lipietz, Le capital et son Espace, Maspero, Paris p.p.: 20

[12] Σ.Σ.: Για περισσότερες θεωρητικές διευκρινίσεις σχετικά με τον Οικονομικό Χώρο από την μαρξιστική οπτική γωνία αλλά και για διαφορές μεταξύ Μαρξιστικού και Μεθοδολογικού Γεωγραφικού Διπόλου, βλ. Ι. Θ. Μάζης, όπ.αν. σ.: 35.

[13] Σ.Σ.: Για περισσότερες θεωρητικές διευκρινίσεις σχετικά με τον Πολιτικό Χώρο βλ. Ι. Θ. Μάζης, όπ.αν. σ.σ.: 35-36.

[14] Για περισσότερες θεωρητικές διευκρινίσεις σχετικά με τον Πολιτικό Χώρο βλ. Ι. Θ. Μάζης, όπ.αν. σ.σ.: 36-37.

[15] Σ.Σ.: Για περισσότερα βλ. Ι. Θ. Μάζης, Γεωπολιτική: Η Θεωρία και η Πράξη, Παπαζήσης/ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα 2002, σ. 38-39.

[16] Σ.Σ.: ο Saul Bernard Cohen είναι Γεωγράφος και επίτιμος Καθηγητής της Γεωγραφίας στο Hunter College/USA. Επίσης, διετέλεσε διευθυντής του Clark School of Geography.

[17] Saul Bernard Cohen, Geopolitics on the World System, Rowman & Littlefield Publishers, Inc., Lanham-Boulder-New York-Oxford, 2003, [Library of Congress Cataloging-in-Publication Data: 1).Geopolitics, 2).World Politics, 3).Ethnic relations, 4). International Security, 5).International Relations, ...], p. 11 [οι υπογραμμίσεις δικές μου]. Παραθέτω το απόσπασμα στην αγγλική:The true value of modern geopolitics is a scholarly analysis of the geographical factors underlying international relations and guiding political interactions”.

[18] Edmund Walsh, “Geopolitics and International morals”, in Compass of the World, H.W. Weigert & V. Stefanson (ed.), 12-39, N.Y.-Macmillan, 1944, στο S.B. Cohen, όπ. αν. p. 11. Στα αγγλικά: “...E. Walsh espoused an American geopolitics based upon international justice and “that was a combined study of human geography and applied political science...dating back to Aristotle, Montesquieu and Kant”., στο S. B. Cohen, όπ. αν. p. 11.

[19] Σ.Σ.: η υπογράμμιση δική μας.

[20] C. Gray, The Geopolitics of Nuclear Era: Heartland, Rimlands and the Technological Revolution, Crane, Rusak for the National Informations and Strategic Center, New York, 1977, p. 65.

[21] Saul Κohen, Geography and Politics in a World divided, 1963.

[22] Saul Κohen, Geopolitics of the World System,  Rowman & Littlefield Publishers, Inc., Lanham, Boulder, New York, Oxford, Print. U.S.A., 2003, p. 12. Παραθέτω: “ Geopolitics is defined in this volume, as the analysis of the interaction between, on the one hand, geographical settings and perspectives and, on the other, political processes. The settings are composed of geographical features and patterns and the multilayered regions that they form. The political processes include forces that operate at the international level and those on the domestic scene that influence international behavior. Both geographical settings and political processes are dynamic, and each influences and is influenced by the other. Geopolitics addresses the consequences of this interaction .

[23] Σ.Σ.: Η γαλλογερμανική επιστημονική κοινότητα δεν συμβαδίζει με την αγγλοσαξωνική ως προς την αξιολογική της κλίμακα αναφορικά με πρόσωπα και προσεγγίσεις. Συμβαίνουν αυτά....

[24] Quincy Wright, “Development of a General Theory of International Relations”, in Horace V. Harrison (ed.), The Role of Theory in International Relations, Princeton, N.Y., (University of Maryland symposia in government and politics), Van Nostrand, 1964, p. 20. Παραθέτω: «...a general theory of international relations means a comprehensive, coherent, and self-correcting body of knowledge contributing to the understanding, the prediction, the evaluation, and the control of relations among states and of the conditions of the world».

[25] Παραθέτω το αγγλικό κείμενο: ...an emerging discipline manifesting little unity from the point of view of method and logic...”

[26] R. Aron, Paix et Guerre entre les Nations, [1e 1962], Calmann-Levy, 8e éd. 1984.

[27] Σ.Σ.: Εδώ ο Aron εξυπονοεί τον Morgenthau, για τον οποίον «ο αντικειμενικός σκοπός» του διεθνούς δρώντα είναι η μεγιστοποίηση της ισχύος, αλλά  και «ο αντικειμενικός σκοπός» του K. Waltz που αναφέρεται στην «ασφάλεια» πλήττεται καίρια επίσης με αυτήν την παρατήρηση του γάλλου ιστορικού-κοινωνιολόγου-διεθνολόγου. βλ. D. Battistella, Théories de Relations Internationales, 2e éd. revue et augmentée, Presses de Sciences Po, Paris, 2006, p. 36.

[28] D. Battistella, Théories des Rélations Internationales, 2e édition revue et augmentée, Sciences Po-Les Presses, Paris 2006, p.3

[29] R. Aron, “Qu’est-ce qu’une Théorie des Relations Internationales?”, Revue francaise de Science Politique, 17 (5), octobre 1967, p. 837-861.

[30]  Σ.Σ.: «...με τον όρο επιστημονική κοινότητα (scientific community), o Kuhn χαρακτηρίζει ένα σύνολο επιστημόνων με συναφές πεδίο έρευνας, που ασπάζονται τις ίδιες βασικές αντιλήψεις για τη φύση της επιστήμης και τη μεθοδολογία της [...] Το βασικό χαρακτηριστικό της ‘επιστημονικής κοινότητας’ είναι η αποδοχή ενός κοινού ‘Παραδείγματος’ (paradigm) [...] δηλ. “το σύνολο των πεποιθήσεων, των αναγνωρισμένων αξιών και των τεχνικών που ασπάζονται τα μέλη μια συγκεκριμένης ομάδας επιστημόνων. Δεν ταυτίζεται λοιπόν το ‘Παράδειγμα’ με μια θεωρία έχει πολύ πιο σφαιρική διάσταση... ». Βλ. Β. Κάλφας, «Εισαγωγή του Επιμελητή», σ. 26, στο Τhomas S. Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, Σύγχρονα Θέματα, Γ’ Έκδοση, Αθήνα 2004 [ T. S. Kuhn, The Structure of Scientific Revolutions, 1st. ed., Chicago: Univ. of Chicago Pr., 1962.]

[31] Σ.Σ.: Θα χρησιμοποιώ τον όρο «Διεθνείς Σχέσεις» με κεφαλαία, όταν θέλω να αναφερθώ στην προσπάθεια μερίδας πολιτικών επιστημόνων θετικιστικών φιλοσοφικών τοποθετήσεων να εφοδιάσουν τον χώρο μελέτης τους με συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο κοινά αποδεκτό, με θετικό τρόπο προσδιοριζόμενο, θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο επίσης κοινά αποδεκτό από τους ομοτέχνους τους με δυνατότητες διαψευσιμότητας και προβλεπτικότητας.

[32] Σ.Σ.: Σχετικά με επιστημονική αρθρογραφία του γράφοντος, με μορφή κριτικής προς την Κριτική Σχολή της Γεωπολιτικής και ιδιαίτερα στον Géaròid Ó Thuaithail [Critical Geopolitics, Borderlines, volume 6, University of Minnesota, Minneapolis, 1996.], βλ. στα γαλλικά: I. Mazis, “Critique de la Géopolitique critique ou bien "Qui a peur de l'analyse géopolitique moderne?, στο ÉTUDES INTERNATIONALES, No 106, 1/2008, pp.140-154, issn 03308758. Επίσης, στα ελληνικά, στην παρούσα ιστοσελίδα: http://www.geo-mazis.gr/index.php?option=com_mtree&task=viewlink&link_id=41&Itemid=45

Γ΄ ΜΕΡΟΣ: Προτεινόμενη μεθοδολογία γεωπολιτικής ανάλυσης. 


Μεθοδολογία συγγραφής μιας Γεωπολιτικής Ανάλυσης. Δομή, έννοιες και Όροι.

[Ιωάννης Θ. Μάζης, 31-10-2007]

Περίληψη.
Στο κείμενο αυτό προτείνεται μια μεθοδολογία συστημικής  γεωπολιτικής ανάλυσης, προς χρήση των ερευνητών που κάνουν χρήση του γεωγραφικού αυτού αναλυτικού επιστημονικού εργαλείου με σκοπό την διερεύνηση των διεθνών πολιτικών γεγονότων, των διεθνών σχέσεων και των συναφών με αυτές ανακατανομών ισχύος (αμυντικής, οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής) στο σύνολο των συστημάτων των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών του πλανήτη (Εθνικο-κρατικών και  εθνοτικών) και των φαινομένων αλλά και των οντοτήτων που επηρεάζουν την συγκρότηση, τη δομή και τις διαδράσεις ισχύος μεταξύ των σχηματισμών αυτών. Δυστυχώς κάτι ανάλογο δεν έχει προταθεί μέχρι σήμερα στους ερευνητές των πεδίων αυτών του διεθνούς γίγνεσθαι, με αποτέλεσμα οι όροι να χρησιμοποιούνται ανακριβώς, να δημιουργούνται παρερμηνείες και να καταλήγουμε σε επιστημονικούς εκλεκτισμούς στην προσέγγιση των θεμάτων αυτών. Κάτι τέτοιο όμως, δεν αποτελεί, κατ’ ουδένα λόγο «μεθοδολογία ανάλυσης».

Λέξεις-κλειδιά: Γεωπολιτικό Σύμπλοκο, Γεωγραφικό Σύστημα, Υποσύστημα, Υπερσύστημα, Γεωπολιτικές τάσεις-δυναμικές, θετική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος, μηδενική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος, Εσωτερικό του Συστήματος, Εξωτερικό του Συστήματος.

Α. Ο Τίτλος του θέματος και η ερμηνεία του.

Ο τίτλος ενός θέματος μιας μελέτης γεωπολιτικής αναλύσεως (πρέπει να) ορίζει τα δεδομένα και τα ζητούμενα του προβλήματός μας. Δηλαδή ορίζει:

1) Τα όρια του Γεωγραφικού Συμπλόκου το οποίο και αποτελεί το γεωγραφικό πεδίο που αφορά την ανάλυσή μας.

2) Τον προς μελέτη  χώρο (εσωτερικό ή εξωτερικό) του Συμπλόκου ο οποίος μας ενδιαφέρει ως πεδίο κατανομής ή ανακατανομής ισχύος λόγω της δράσεως ενός συγκεκριμένου γεωπολιτικού παράγοντος.

3) Τον προαναφερθέντα γεωπολιτικό παράγοντα του οποίου η συμπεριφορά δύναται να επηρεάσει την κατανομή ισχύος στο εσωτερικό ή και στο εξωτερικό του δεδομένου Γεωγραφικού Συμπλόκου.

Άς δώσουμε όμως ένα παράδειγμα θέματος προς ανάλυση, ώστε να γίνουμε σαφέστεροι:

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΘΕΜΑΤΟΣ:

«Η γεωπολιτική του ισλαμιστικού Κινήματος στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή».


ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΙΤΛΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ:

Η πρώτη μας ενέργεια, αφής στιγμής λάβουμε τον τίτλο του προς επεξεργασία θέματος είναι να προβούμε στην ανάλυσή του, δηλ. τα τρία προαναφερθέντα σημεία. Και αυτά είναι τα ακόλουθα:

1) Τα όρια του Γεωγραφικού Συμπλόκου προσδιορίζονται στον όρο «Ευρύτερη Μέση Ανατολή».
2) Ο προς μελέτη Χώρος του Συμπλόκου είναι το «εσωτερικό» του γεωγραφικού Συμπλόκου της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και φαίνεται από το «στην» δηλ. «Εις την…», «εντός των ορίων της…».
3) Ο οριζόμενος γεωπολιτικός παράγων είναι το «ισλαμιστικό Κίνημα».

Β.  Το Στάδιο της Ανάλυσης.

Φάση 1η.

Στη φάση αυτή προσδιορίζουμε τα όρια των Γεωπολιτικών Συστημάτων εντός των οποίων θα επεξεργασθούμε τη δράση ή τις δράσεις του οριζόμενου στον τίτλο του θέματος, Γεωπολιτικού Παράγοντος.
Έχουμε τρεις κλίμακες Συστημάτων οριζόμενες ως προς το εύρος του γεωγραφικού χώρου αναφοράς των:

1) Τα Υποσυστήματα, τα οποία αποτελούν υποσύνολα των Συστημάτων.

2) Τα Συστήματα τα οποία αποτελούν το κύριο προς εξέταση Γεωγραφικό Σύμπλοκο.
3) Τα Υπερσυστήματα, τα οποία εμπεριέχουν –ως υποσύνολο- το κύριο εξεταζόμενο Σύστημα ή και άλλα τα οποία όμως δεν αφορούν την εξέτασή μας.

Για να ορίσουμε όμως με όρους φυσικο-γεωγραφικού εύρους τα ανωτέρω Συστήματα απαιτείται και ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό το οποίο θα προσδιορίσει -με την ύπαρξή του, τις μορφές του, τη δράση του και το βαθμό επιρροών του- το εύρος των γεωγραφικών χώρων των προαναφερθέντων Συστημάτων. Χωρίς το ποιοτικό αυτό χαρακτηριστικό και τα επι μέρους χαρακτηριστικά του δεν είναι δυνατός, αλλά δεν έχει και νόημα, ο προσδιορισμός των τριών προαναφερθησών κλιμάκων Συστημάτων.


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΟΡΙΣΜΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ:

Στο προαναφερθέν θέμα τα όρια των Συστημικών κλιμάκων ορίζονται ως εξής:

1) Σύστημα: Είναι το Γεωγραφικό Σύμπλοκο της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής, όχι μόνο διότι αυτό δίδεται στον τίτλο, πράγμα που αποτελεί ήδη θεμελιώδες κριτήριο, αλλά και από το γεγονός ότι ο «Γεωπολιτικός παράγων» που είναι το «ισλαμιστικό κίνημα» υπάρχει, δρα και επηρεάζει το σύνολο του Γεωγραφικού Χώρου του Συμπλόκου.

2) Υποσυστήματα:

i) Το «Ισλαμιστικό κίνημα του Μαγκρέμπ» αποτελεί ένα Υποσύστημα λόγω των ιδιαιτεροτήτων του οι οποίες ανάγονται στο πολιτισμικό, οικονομικό, πολιτικό και οργανωσιακό χαρακτήρα του Ισλάμ στη γεωγραφική αυτή περιοχή.

ii) To «ισλαμιστικό κίνημα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής » για τους ίδιους λόγους.


iii) Το «Αφγανοπακιστανικό και Ιρανικό ισλαμιστικό κίνημα».

2) Υπερσύστημα:

Ως Υπερσύστημα μπορεί να ορισθεί ο Διεθνής Daar al-Islam (Οίκος του Ισλάμ) δηλ. το Γεωγραφικό Σύμπλοκο εκείνο που εμπεριέχει τις γαίες του Ισλάμ διεθνώς οι οποίες κατοικούνται από ισλαμικούς πληθυσμούς και ο Daar al-Sulh (Οίκος της Συνύπαρξης) όπου κατοικεί ανενόχλητη –κατά το μάλλον ή ήτον- η ισλαμική διασπορά (Π.χ. Ευρώπη. Η.Π.Α. Αυστραλία).


Αφού ορίσουμε τις τρεις κλίμακες των Συστημάτων θα πρέπει να προσδιορίσουμε τα υπό εξέταση πεδία γεωπολιτικής επιρροής του «γεωπολιτικού παράγοντος» του τίτλου μας. Δηλαδή θα πρέπει να καθορίσουμε για ποιο συνδυασμό εκ των τεσσάρων πεδίων (γεωπολιτικών πυλώνων) θα εξετάσουμε τις επιρροές του «γεωπολιτικού παράγοντος» μας στο πλαίσιο πάντα της επιλεγμένης Συστημικής κλίμακος (π.χ. στο επίπεδο του «Συστήματος»).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:

Θα εξετασθούν οι επιρροές του ισλαμιστικού κινήματος στα τρία προαναφερθέντα Υποσυστήματα και ειδικά στους «πυλώνες» της Άμυνας, της Οικονομίας και της Πολιτικής. Ή στους πυλώνες του Πολιτισμού και της Οικονομίας ή στους Πυλώνες του Πολιτισμού, της Πολιτικής και της Άμυνας ή ακόμη και στους τέσσερις πυλώνες : i) της Άμυνας, ii) της Οικονομίας, iii) της Πολιτικής και του iv) Πολιτισμού/Πληροφορίας.

Φάση 2η.

Στη φάση αυτή θα προσδιορίσουμε τις γεωπολιτικές τάσεις-δυναμικές για ένα έκαστο των εξετασθέντων υποσυστημάτων. Οι τάσεις αυτές προσδιορίζονται μόνο και αποκλειστικά με όρους «ισχύος». Απαντούν δε στα εξής ερωτήματα:

1ον) Σε ποιους πυλώνες κατισχύει ο «γεωπολιτικός παράγων» που εξετάζουμε (για το δικό μας παράδειγμα το «ισλαμιστικό κίνημα») και συνεπώς καθορίζει ήδη ή δύναται να καθορίσει τη συμπεριφορά τους στο πλαίσιο του εκάστοτε Υποσυστήματος. Αυτή η μορφή του συμπεράσματος ορίζεται ως «θετική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος» του «γεωπολιτικού παράγοντος» στο «Εσωτερικό του Συστήματος».

2ον) Σε ποιους πυλώνες απορροφάται η επιρροή του «γεωπολιτικού παράγοντος» και ως εκ τούτου δεν επηρεάζει τη συνολική συμπεριφορά του υποσυστήματος. Αυτή η μορφή του συμπεράσματος ορίζεται ως «μηδενική υποσυστημική συνιστώσα τάση ισχύος» του «γεωπολιτικού παράγοντος» στο «Εσωτερικό του Συστήματος».

Γ. Το στάδιο της Σύνθεσης

Η Σύνθεση είναι η διαδικασία του αφορά την εύρεση της Συνισταμένης Τάσεως Ισχύος του δεδομένου Γεωπολιτικού παράγοντος, σε τελική συστημική κλίμακα. Αν δηλαδή έχουμε εξεύρει και προσδιορίσει τις επί μέρους συνιστώσες ισχύος (του γεωπολιτικού μας παράγοντος) σε επίπεδο Υποσυστήματος και το ζητούμενο είναι η Συνισταμένη σε συστημική κλίμακα επιπέδου Συστήματος, τότε η φάση της Σύνθεσης θα αρχίσει στο επίπεδο του Συστήματος. Αν οι ζητούμενη συνισταμένη είναι σε επίπεδο Υπερσυστήματος, τότε η φάση της Σύνθεσης θα αρχίσει μετά το πέρας της Αναλύσεως των συνιστωσών του Συστήματος.


Δ. Συμπεράσματα

Το τελευταίο μέρος της μελέτης αποτελεί η φάση των Συμπερασμάτων. Εδώ καλούμεθα να περιγράψουμε τις γεωπολιτικές δυναμικές στις οποίες υποβάλλει η «Συνισταμένη της ισχύος», του υπό εξέταση «γεωπολιτικού παράγοντος», την συμπεριφορά του εξετασθέντος Συστήματος, στο περιβάλλον του Υπερσυστήματος.

Πρέπει να τονίσουμε το εξής: Στη φάση αυτή της μελέτης, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη φάση της ως άνω γεωπολιτικής αναλύσεως δεν καταθέτουμε προτάσεις. Ανακαλύπτουμε δομές, δράσεις, λειτουργίες, επιρροές, μορφές, δυναμικές του γεωπολιτικού παράγοντος και τις περιγράφουμε. Όπως περιγράφουμε και τις εξ αυτών συμπεριφορές του Συστήματος.

Οι προτάσεις, δεν αποτελούν αντικείμενο της Γεωπολιτικής Αναλύσεως. Αποτελούν αντικείμενο της Γεωστρατηγικής προσεγγίσεως η οποία μπορεί να γίνει, μόνον εφόσον μας ζητηθεί και εκμεταλλευόμενη τα αποτελέσματα της προηγηθείσας γεωπολιτικής αναλύσεως.


Υ.Γ.: Θυμηθείτε: Ο Γεωπολιτικός αναλυτής, κάποια στιγμή θα περάσει στη φάση της γεωστρατηγικής. Αρκεί να το κάνει «στην ώρα του», χωρίς να συγχέει τις δύο φάσεις.
Πρώτα θα ολοκληρώσει την Γεωπολιτική ανάλυση, η οποία υπέχει θέση μιας «ραδιοφωτογραφίας» ενός ακτινολογικού εργαστηρίου και μετά θα περάσει στη φάση της Γεωστρατηγικής εφαρμογής, η οποία υπέχει θέση «χειρουργείου». Χωρίς δηλαδή να συγχέει το υφιστάμενο από πλευράς γεωπολιτικής αναλύσεως με το επιθυμητό από γεωστρατηγική άποψη του συγκεκριμένου εθνικού κέντρου.

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου στο προσωπικό μου email: